Ας ξεκινήσουμε από τα τρία είδη ελαιόλαδου που υπάρχουν στην αγορά: το ραφινέ, το παρθένο και το έξτρα παρθένο. Μπορεί η λέξη «ραφινάρισμα» να υποδηλώνει ότι κάτι γίνεται πιο κομψό και εξευγενισμένο, το ραφινέ λάδι όμως κάθε άλλο παρά εξευγενισμένο είναι. Στην πραγματικότητα, είναι το λιγότερο ποιοτικό από τα τρία είδη. Στην πρώτη θέση ποιοτικά έρχεται το έξτρα παρθένο, το οποίο αποτελεί το είδος που έχει υποστεί τη λιγότερη επεξεργασία ενώ το παρθένο “τερματίζει” δεύτερο.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το ραφινέ λάδι στη φυσική του κατάσταση δεν τρώγεται, αλλά γίνεται βρώσιμο, έπειτα από ειδική επεξεργασία. Μάλιστα κατά το ραφινάρισμα χάνεται από το ελαιόλαδο μεγάλο μέρος της προβιταμίνης Α και της βιταμίνης Ε που περιέχει. Η προβιταμίνη Α -γνωστή και ως βήτα καροτένιο- είναι ένα πανίσχυρο αντιοξειδωτικό που μετατρέπεται σε βιταμίνη Α στο συκώτι. Η βιταμίνη Α με τη σειρά της, είναι μια βιταμίνη αναγκαία σε κάθε ηλικία και συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στην υγεία των κυττάρων και στην καλή όραση. Από την άλλη, η βιταμίνη Ε παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και βοηθά στην αναγέννηση των κυττάρων. Έχει αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση και είναι επίσης γνωστή για τα σημαντικά οφέλη που έχει για το δέρμα.
Αν λοιπόν θέλουμε να παίρνουμε όλα τα οφέλη του “υγρού χρυσού”, η ποιότητα έρχεται πρώτη. Γι’ αυτό, καλό είναι να επιλέγουμε το καλύτερο, ποιοτικά, ελαιόλαδο, δηλαδή το έξτρα παρθένο. Προτού καταλήξουμε στην επιλογή μας, ας διαβάζουμε προσεκτικά την ετικέτα του προϊόντος, ώστε να βεβαιωθούμε ότι πρόκειται για ποιοτικό λάδι.
👍 TIP: Για να ξέρεις τι λάδι τρως, μπορείς να κάνεις ένα απλό πείραμα στο σπίτι: Βάλε λίγο λάδι σε ένα γυάλινο δοχείο και ρίξε μέσα πέντε σταγόνες οξυζενέ (πρόσεξε να μην έχει ξεθυμάνει). Αν το λάδι είναι παρθένο, δεν θα γίνει τίποτα. Αν όμως είναι μείγμα κατώτερης ποιότητας, το χρώμα του θα αλλάξει!